INTERVIEW / Ελίζα Σόρογκα «Ριζώνεις εκεί που φωλιάζουν οι μνήμες των παιδικών σου χρόνων»

May 25, 2018

 
Λίγο πριν μας παρουσιάσει τις «Ρίζες» της, η καλλιτέχνις Ελίζα Σόρογκα μας μιλάει για το νέο της project και την ανάγκη για επιστροφή στις ρίζες.

 

Το όνομά της ακούστηκε έντονα τον περασμένο Μάρτιο όταν με την performance της Women in Agony έλαβε το 1ο Βραβείο Σύγχρονης Τέχνης στον 11ο Παγκόσμιο Διαγωνισμό Arte Laguna Prize, στη Βενετία. 

 

Τι είναι αυτό όμως που την έκανε να βρεθεί από το Λονδίνο όπου ζει και καλλιτεχνεί στην Μουργκάνα της Ηπείρου; Τι της είπαν οι γιαγιάδες που μένουν ριζωμένες στον τόπο τους και τι θα ήθελε η ίδια να μας αποτυπωθεί παρακολουθώντας τις "Ρίζες" στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών;

 

Η καλλιτέχνις παραστατικών τεχνών, performer και video artist παρά το νεαρό της ηλικίας της - μόλις 29 ετών - έχει τις απαντήσεις. Όχι όλες, σίγουρα όμως τις αναζητά.  

 

Παρίσι, Λονδίνο, Μουργκάνα Ηπείρου. Ποια βαθιά ανάγκη σε έκανε να επιστρέψεις στις ρίζες σου;

Η όλη ιδέα ξεκίνησε με το ντοκιμαντέρ: Ήμουν στο Λονδίνο και είχα μια παράξενη επιθυμία να επισκεφτώ το χωριό του παππού μου, τη Μηλιά Θεσπρωτίας, και να συνομιλήσω με γυναίκες που κατοικούν μόνες εκεί προς αναζήτηση μεταφυσικών στοιχείων αναδυόμενα από τη γυναικεία ύπαρξη και ερημιά εντός του άγριου τοπίου μέσα στο οποίο κατοικούν. 
Ασχολούμενη με τον χορό Butoh τα τελευταία χρόνια, αποτέλεσε έναν αισθητικό σταθμό σε όλη αυτή τη εξερεύνηση. Με τη ματιά της Αίγλης Δράκου, που συνεργάστηκε στο χάραγμα αυτής της διαδρομής, τα τελευταία δύο χρόνια βρισκόμαστε σε μια διαρκή αναζήτηση γυναικών, ξεχασμένων ιστοριών και ‘εσωτερικών διαλόγων’. Τελικά η ιδέα εξελίθηκε, όπως το είχα αρχικά οραματιστεί, δηλαδή σε ένα σμίλευμα κινηματογραφικής και σκηνικής αφήγησης. Σε συνομιλία με τον "κυρατζή" του Πολυφωνικού  Καραβανιού Αλέξανδρο Λαμπρίδη, που δέχτηκε να αναλάβει τη μουσική διεύθυνση και να με φέρει σε επαφή με τα πολυφωνικά σύνολα «Κυράδες της Άνω Δερόπολης», τις γυναίκες του πολυφωνικού συνόλου «Χαονία» μαζί με δύο από τις «Ισοκράτισσες», κατέθεσα την πρόταση στο Φεστιβάλ Αθηνών, έγινε δεκτή και έτσι γύρισα με χαρά για να την υλοποιήσω.   

 

Τι σε ώθησε αρχικά να φύγεις και να σπουδάσεις/ζήσεις στο εξωτερικό; 

Έκανα μεταπτυχιακό στις "Πολιτισμικές Σπουδές" στο τμήμα Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέσω της αγαπημένης  καθηγήτριας Πέπης Ρηγοπούλου ήρθα σε επαφή με την περφόρμανς, σε θεωρητικό ακόμη επίπεδο. Ταυτόχρονα είχα ξεκινήσει σεμινάρια σωματικού θεάτρου με τη μέθοδο του Jacques Lecoq και έτσι η επιθυμία μου για δημιουργία ολοένα και μεγάλωνε. Δεν υπήρχε σχετικός κλάδος σπουδών τότε στην Ελλάδα και έτσι στράφηκα προς τη Βόρεια Ευρώπη. Μετά από έρευνα κατέληξα στο ότι το μεταπτυχιακό πρόγραμμα που μου ταίριαζε περισσότερο ήταν το MA in ‘Performance Making’ στο Goldsmiths στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, και έτσι έφυγα. Παρέμεινα στο Λονδίνο και μετά τη λήξη των σπουδών μου ώστε να γνωρίσω τον κόσμο της περφόρμανς όσο περισσότερο μπορούσα. Σταθμός υπήρξε για μένα η συνεργασία μου με την Geraldine Pilgrim, Site-Specific Performance Artist, με τις μεγάλες παραγωγές και τη δεμένη ομάδα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα όσα έμαθα από εκείνη, ταξιδεύει πολύ συχνά στις σκέψεις μου και μου δείχνει το δρόμο σε πρακτικές αποφάσεις που καλούμαι να πάρω. 

Μίλησέ μας λίγο για την προεργασία του ντοκιμαντέρ. Πόσο καιρό πριν το προετοιμάζεις, έμεινες στην Ήπειρο για να γνωρίσεις αυτές τις γυναίκες, πώς τις προσέγγισες, πώς σε δέχτηκαν;

Την πρώτη φορά που ανεβήκαμε για το ρεπεράζ και την έρευνα επικεντρωθήκαμε στην περιοχή της Μουργκάνας γύρω από το χωριό του παππού μου. Ήταν εύκολο γιατί είχαμε ενημερώσει ότι θα πηγαίναμε και η αγαπημένη Λίτσα μας υποδέχτηκε στον ‘Ξενώνα του Λια’ και μας βοήθησε πολύ να έρθουμε σε επαφή με τις γυναίκες του χωριού. Ευτυχώς το γεγονός ότι και εγώ και η Αίγλη είμαστε Ηπειρώτισσες έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να μας εμπιστευτούν και να δεχτούν να μιλήσουν στην κάμερα. Για παράδειγμα, η Όλγα Μπαρδάκα μας υποδέχτηκε χαρμόσυνα εξαρχής και μοιράστηκε ιστορίες για τις ‘παιδουπόλεις’ και την ζωή της μεταξύ άλλων ως μετανάστρια στην Ουγγαρία. Προφανώς η επίσκεψή μας στα χωριά δημιούργησε σούσουρο γιατί δεν τυχαίνει να βλέπουν συχνά δύο κοπέλες να κουβαλούν τρίποδα και κάμερες. Όταν ένας ταχυδρόμος μπήκε να παραδώσει ένα γράμμα στην κυρία Αλεξάνδρα, έτριβε τα μάτια του που μας έβλεπε, μας είπε οτι είχε να δει χρόνια καινούργιο κόσμο στο χωριό. 
Στην επόμενη επίσκεψή μας, αυτή τη φορά στο Μικρό Πάπιγκο, ξέραμε εξαρχής ότι πηγαίναμε να βρούμε την κυρά Λένη με τα κατσίκια, όλοι έτσι την ξέρουν. Είναι μια παραδοσιακή φιγούρα γιαγιάς με πολύ χιούμορ και διάθεση για συνομιλία. Της εξηγήσαμε ότι ήρθαμε να κινηματογραφήσουμε τη ζωή της και δέχτηκε να μας περιηγήσει στον χώρο που κινείται και βγάζει τα κατσίκια της για βοσκή. Μας έκανε εντύπωση το ότι θεωρεί σπίτι της ισάξια και τον έξω χώρο, τους κάμπους, τους γκρεμούς και τα μονοπάτια τα οποία έχει οικειοποιηθεί πλήρως και μερικές φορές παίρνει τον μεσημεριανό της ύπνο εκεί. Γνωρίζει όλα τα νέα του χωριού και έχει πολλή περιέργεια, να ρωτά και να μαθαίνει. Η κύρα Λένη έζησε όλη της τη ζωή στο Μικρό Πάπιγκο. 
Γνωρίσαμε και τον γιο και τη νύφη της που μας έδειξαν φωτογραφίες από το παρελθόν της και μας ευχαρίστησαν για το εγχείρημά μας. Μας δέχτηκαν πολύ θερμά, βέβαια το Μικρό Παπιγκο είναι συνηθισμένο στον τουρισμό, οπότε εκεί δεν έτριβαν σίγουρα τα μάτια τους που μας είδαν, γνωρίσαμε γρήγορα τους περισσότερους κατοίκους του, πρόκειται για έναν επίγειο παράδεισο. 

 

Θυμάσαι κάποια λόγια γιαγιάς που σου εντυπώθηκαν, που θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας, εκτός ντοκυμαντέρ;

Τα πιο έντονα λόγια, που ειπώθηκαν με συγκίνηση από την κυρία Άννα στο χωριό Τσαμαντάς είναι: "Η ζωή, παιδάκι μου, είναι ένας λαβύρινθος, μια ιστορία και καλή και χαρούμενη, αλλά σαν όνειρο μου φαίνονται όλα, τα πάντα όνειρο μου φαίνονται εμένα τώρα". Δεν είναι τόσο σπουδαία ως λόγια αυτά καθ’αυτά, αλλά ο τόνος της φωνής της σε συνδυασμό με την πολυτάραχη ζωή που μόλις μας είχε διηγηθεί μας έκαναν να δακρύσουμε. 

 

Τα ηπειρώτικα τραγούδια, τόσο οικεία σε σένα λόγω καταγωγής και οικογενειακών παραδόσεων, ποιο ρόλο έρχονται να διαδραματίσουν στις Ρίζες; 

Μεγάλωσα ακούγοντας ηπειρώτικα πολυφωνικά τραγούδια, από τις συλλογές του μπαμπά μου, αρχικά σε κασέτες και μετά που τα μετέτρεψε σε CD για να μη χαθούν. Κάποιος, το 1960 είχε ηχογραφήσει μια Κυριακή που μαζευόταν η οικογένειά μου και τραγουδούσε μετά το φαγητό, η ποιότητα της ηχογράφησης είναι πολύ κακή για τα σημερινά δεδομένα αλλά είναι ένας ήχος ταξιδεμένος από μακρινό αλλά παράξενα οικείο παρελθόν. 
Τα πολυφωνικά τραγούδια αποτελούν ταυτότητα της πολιτιστικής δράσης και παράδοσης των Ηπειρωτών και επιλέχτηκαν διότι η παράσταση έχει άξονα την Ήπειρο αρχικά ως τόπο καταγωγής. Στο τελευταίο σκέλος της περιέχει πολυφωνικό τραγούδι στο οποίο θα ‘σβήσουν’ σταδιακά οι πεζές μαρτυρίες. Σε μουσική επιμέλεια του Αλέξανδρου Λαμπρίδη, επιλέχθηκαν τραγούδια που εμηνεύουν οι «Κυράδες της Άνω Δερόπολης», κορυφαίο γυναικείο πολυφωνικό σύνολο της ύστατης γενιάς βιωματικών ερμηνευτών του Ηπειρώτικου Πολυφωνικού Τραγουδιού. Στη σκηνή βρίσκονται επίσης το πολυφωνικό σύνολο «Χαονία», το μακροβιότερο και πολυβραβευμένο πολυφωνικό σχήμα της νεότερης γενιάς που, δίχως δεσμευτικούς όρους καταγωγής, διαρκώς ανανεώνει την σύνθεσή του διαδίδοντας το πολυφωνικό τραγούδι στις πόλεις. Με τις γυναίκες της «Χαονίας» σμίγουν και δύο μέλη από τις «Ισοκράτισσες», ένα δυναμικό, νεανικό, γυναικείο πολυφωνικό σχήμα, με κοινή καταγωγή από το Άνω Πωγώνι.  

 

 

Τι ελπίζεις να μείνει στον καθένα μας αφότου παρακολουθήσουμε τις Ρίζες; 

Ελπίζω να είναι μια εμπειρία που θα χαραχθεί στη μνήμη ως αίσθηση, ως συναισθηματική ανάμνηση και όχι ως μια ροή λογικής εγκεφαλικής διεργασίας. Άμα το φανταστούμε ως νοητές γραμμές που ενώνουν τους ερμηνευτές με το κοινό, η γραμμή να χτυπήσει απ’ευθείας "την ψυχή" χωρίς να περάσει πρώτα από τον εγκέφαλο. 
Θέλω ο θεατής να αφαιρεθεί μέσα σε αυτό, δεν θα απαιτεί εγκεφαλική δέσμευση, αλλά συναισθηματικό ταξίδι μέσα από τις αυτοβιογραφικές μαρτυρίες των ερμηνευτριών και τους μουσικούς και αφηγηματικούς αυτοσχεδιασμούς που συνέθεσε ειδικά για τις "Ρίζες" ο βραβευμένος για την προβολή και τη διάδοση του ηπειρώτικου πολυφωνικού τραγουδιού, Αλέξανδρος Λαμπρίδης.

 

Αποτελεί για σένα η Τέχνη μια μορφή ψυχοθεραπείας; Ανακαλύπτεις κομμάτια του εαυτού σου σε κάθε σου έργο;

Σίγουρα, αρχικά χορεύοντας Butoh νιώθω οτι αποφορτίζομαι από την περιττή ενέργεια και καθαρίζω πνευματικά. Με τη δημιουργία έργων βεβαίως και αναγνωρίζω σημαντικά κομμάτια του εαυτού μου αλλά πολλές φορές δεν μπορώ να εξηγήσω πώς μου ήρθε μια ιδέα - είναι σαν το συναίσθημα που έχεις όταν είδες ένα όνειρο το βράδυ και δεν μπορείς με τίποτα να το θυμηθείς. 

Εφόσον την καταγράψω και τη δουλέψω όμως, αναγνωρίζω αισθητά τα κομμάτια της ψυχοσύνθεσής μου μέσα σε αυτή. Για παράδειγμα, το ‘Women in Agony’ αποτυπώνει πολύ συγκεκριμένα μια πιεσμένη περίοδο που διένυα. Ωστόσο, όταν βρισκόμουν μέσα σε αυτή δεν είπα ‘ας φτιάξω κάτι που θα αποτυπώνει το υπάρχον συναίσθημά μου’. Δημιουργήθηκε με αφορμές ιδεών, παρεμβάσεων στον δημόσιο χώρο και επειδή επιλέχθηκε η Oxford Circus προέκυψε και το συγκεκριμένο έργο που αποτυπώνει τον πανικό που κυριαρχεί γενικότερα σε αυτή την περιοχή. 

 

Κέρδισες το 1ο βραβείο σύγχρονης τέχνης στον 11ο παγκόσμιο διαγωνισμό Arte Laguna Prize (κατηγορία Performance & Video Art), τον Μάρτιο του 2017 στη Βενετία, με την περφόρμανς σου Women in Agony. Σε τι σε βοήθησε αυτό το βραβείο;

Αρχικά με βοήθησε σαν ένα δώρο δικαίωσης προς τον εαυτό μου, για όλη εκείνη την προσπάθεια που είχα κάνει και τα συνεχόμενα εμπόδια που είχα συναντήσει στη διαδρομή της. Να φανταστείτε ότι το βραβείο το πήρα μόλις δύο χρόνια μετά τη δημιουργία του έργου το οποίο δεν κατείχε τότε προτεραιότητα στη ζωή μου. Από εκεί και πέρα, το έχω προσθέσει στο website μου, το βιογραφικό μου κ.λπ. και σίγουρα βοηθάει, περισσότερο στην Ελλάδα θα έλεγα, διότι στην Αγγλία έχουν πολλοί βραβεία και ο ανταγωνισμός είναι απλά απροσπέλαστος. 

 

Women in Agony, Breakfast, τι καινούριο ετοιμάζεις στο πλαίσιο της δράσης Re-Inventing Public Spaces;

Έχω μια ιδέα για την περιοχή του Canary Wharf στο Λονδίνο. Η συγκεκριμένη περιοχή είναι εκεί που συγκεντρώνονται οι ουρανοξύστες πολυεθνικών εταιριών και έχει τη δική της ιδιωτική αστυνόμευση. Κάτι σαν κράτος εν κράτει. Είναι πολύ χλωμό το να μου δοθεί άδεια για παράσταση στον δημόσιο χώρο και είναι από αυτά που δεν ρισκάρεις να τα κάνεις χωρίς στο συγκεκριμένο μέρος. Θα προσπαθήσω όμως.

Προς το παρόν ετοιμάζουμε μια πρόταση με μια νεοσύστατη ομάδα για τον Δήμο Αθηναίων στα πλαίσια του εγχειρήματος ‘Παρεμβάσεις στην Πόλη’. Ευχηθείτε μας καλή τύχη! 

(Καλή τύχη, Ελίζα!)

 

Υπάρχει μια τάση επιστροφής στην παράδοση, στα ήθη και τα έθιμα, τα τραγούδια του κάθε τόπου, τις ενδυμασίες, τη μαγειρική, χωρίς την ενοχοποίηση πλέον του φολκλόρ. Πώς το εξηγείς;

Νομίζω πως μετά την περίοδο της δια-πολιτισμικής σούπας που ταιριάξαμε μπλουζάκια Abercrombie με ινδικά πασούμια, μπορντό μπερέ και ράστα, ήρθε η στιγμή να αναρωτηθούμε και τι φορούσαν στο χωριό μας. 
 

Πού ριζώνει λες ο άνθρωπος;

Ριζώνει σίγουρα καλύτερα εκεί που φωλιάζουν οι μνήμες των παιδικών του χρόνων.

 

Σε μια συνέντευξή σου ανέφερες μια παραπομπή του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη: «Γιατί η ζωή είναι αλλού και εμείς εδώ περιπλανόμαστε χαμένοι». Πού είναι η ζωή;

Αλλού, δεν ξέρω πού. Όσο συνεχίζουμε να εκπέμπουμε σε χαμηλές δονήσεις, παραμένουμε στον μικρόκοσμό μας, αγωνιζόμαστε με τα μικροπροβλήματά μας και κάποια στιγμή τελειώνει η ζωή μας.

 

Εάν γύριζες τον χρόνο πίσω και δεν γινόσουν καλλιτέχνης, τι θα ήσουν;

Πριν πάρω τη μεγάλη απόφαση να στραφώ στην περφόρμανς, δούλευα σε γραφείο επικοινωνίας στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Και είχε φανεί μέχρι τα 24 μου, πως αυτό τον δρόμο θα πάρω. Πάντοτε μου άρεσε να οργανώνω events και να φέρνω κόσμο κοντά, μου άρεσε να παρευρίσκομαι σε κοινωνικές συναθροίσεις και ήμουν πάντοτε εξωστρεφής. Ο πατέρας μου λέει ακόμα ότι θα ήμουν πολύ καλή επαγγελματίας στις δημόσιες σχέσεις. Το πιστεύω. Οπότε νομίζω πως αυτό θα έκανα, όμως και τώρα αυτό κάνω κατά κάποιο τρόπο. Με αφορμή την ιδέα μιας παράστασης, φέρνω άγνωστους μεταξύ τους ανθρώπους και διαφορετικές φαινομενικά καλλιτεχνικές εκφράσεις κοντά και όσο και εάν δεν το πιστεύετε, σε μια παραγωγή όπως η "Ρίζες" στην οποία έχω αναλάβει και την παραγωγή, έχει πολύ περισσότερο μάνατζμεντ παρά δημιουργία - εάν τα έβαζα σε ποσοστό, θα έλεγα μάνατζμεντ 80%, καλλιτεχνική δημιουργία 20%!

 

Φωτογραφίες: Αίγλη Δράκου

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Ελίζα Σόρογκα/ Ρίζες

Πειραιώς 260 – Β

7-9 Ιουλίου, 21:00

 

Πληροφορίες και εισιτήρια: http://greekfestival.gr/gr/events/view/eliza-sorogka-2018

 

Συντελεστές:

Περφόρμανς
Σύλληψη – Σκηνοθεσία - Παραγωγή: Ελίζα Σόρογκα

 

Μουσική διεύθυνση: Αλέξανδρος Λαμπρίδης
Σχεδιασμός φωτισμού: Ελευθερία Ντεκώ
Σκηνογραφία - Ενδυματολογική επιμέλεια: Εύα Γουλάκου 
Casting: Αλέξανδρος Λαμπρίδης 
Σχεδιασμός ήχου - Σύνθεση: Δημήτρης Μυγιάκης
Επιμέλεια ήχου: Γιώργος Κατσιάνος 
Βοηθός σκηνογράφου: Ιωάννα Παπαδογιάννη
Κατασκευή σκηνικού: Δημήτρης Λαζούλος
Συντονισμός παραγωγής: Ειρηάννα Δραγώνα 

Αφήγηση - Μουσική ερμηνεία: Οι «Κυράδες της Άνω Δερόπολης» (Κατίνα Ρούτζιου, Αναστασία Κάλη, Βασιλική Ζώκου, Βασιλική Μπιτσιούνη, Ευτυχία Λιάζου, Σοφία Ζάχου, Σταυρούλα Κιτσάκη, Χριστίνα Ντρίγιου) - Το πολυφωνικό σύνολο «Χαονία» με δύο «Ισοκράτισσες» (Αλίκη Γκανά, Άρτεμις Ίσου, Δάφνη Τσιάβου, Ελένη Γερακίτη, Κατερίνα Ευθυμίου, Ουρανία Μπατσινίλα, Πένυ Σπυροπούλου, Σοφία Ίσου)

Ντοκιμαντέρ
Σύλληψη - Σκηνοθεσία: Ελίζα Σόρογκα
Συν-σκηνοθεσία - Διεύθυνση φωτογραφίας: Αίγλη Δράκου
Μοντάζ: Σμαρώ Παπαευαγγέλου
Σχεδιασμός ήχου / μιξάζ: Δημήτρης Μυγιάκης
Γραφιστική υποστήριξη: Αργύρης Αγγελή

 

Ερμηνεύονται ζωντανά ηπειρώτικα πολυφωνικά τραγούδια.

 

*Η συνέντευξη δόθηκε για το allyou.gr.

 

Please reload